Ο ρόλος της βιταμίνης D σε παθήσεις του γαστρεντερικού

Τα τελευταία 5 χρόνια γίνεται εκτεταμένη έρευνα γύρω από τις ‘μη παραδοσιακές’ δράσεις της βιταμίνης D. Πέρα από τον κλασικό ρόλο της στην απορρόφηση του ασβεστίου και το μεταβολισμό των οστών, η βιταμίνη D φαίνεται να σχετίζεται με αντιφλεγμονώδεις και ανοσορυθμιστικές δράσεις με πιθανές επεκτάσεις στην παθοφυσιολογία νόσων όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας και οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου.

 

Επίσης η έλλειψη βιταμίνης D έχει συνδεθεί με αυξημένα ποσοστά εμφάνισης καρκίνων όπως του παχέος εντέρου, του προστάτη και του μαστού.

 

Η παθογένεση των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου δεν είναι ακόμα πλήρως κατανοητή. Σε βόρειες περιοχές με χαμηλή έκθεση στον ήλιο και κατ’ επέκταση μειωμένη παραγωγή βιταμίνης D, έχει παρατηρηθεί ότι τα ποσοστά αυτών των νοσημάτων είναι υψηλότερα. Μια πιθανή εξήγηση είναι πως η βιταμίνη D εμπλέκεται στη λειτουργία του βλεννογόνου του εντέρου επομένως όταν τα επίπεδα της είναι χαμηλά, η λειτουργία αυτή διαταράσσεται.

Ο τρόπος δράσης της βιταμίνης κατά της ανάπτυξης όγκων δεν έχει ακόμα διερευνηθεί πλήρως. Από ότι φαίνεται εκατοντάδες γονίδια που κωδικοποιούν πρωτεΐνες οι οποίες σχετίζονται με τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων, τη διαφοροποίηση και την απόπτωση (θάνατο) τους, χρησιμοποιούν τη βιταμίνη προκειμένου να ενεργοποιηθούν.

 

Επομένως όταν υπάρχει έλλειψη βιταμίνης D, οι διαδικασίες διαταράσσονται με συνέπεια την αποδιαφοροποίηση και τον ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό κυττάρων και την επακόλουθη ανάπτυξη όγκου.

Συμπερασματικά, υπάρχει αυξανόμενη βιβλιογραφία η οποία υποστηρίζει το ρόλο της βιταμίνης D στις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου και σε διάφορες μορφές καρκίνου όπως ο καρκίνος του παχέος εντέρου. Φαίνεται πως η βιταμίνη D έχει πολλές άγνωστες δράσεις, η κατανόηση των οποίων ενδέχεται να βοηθήσει σημαντικά στην πρόληψη και αντιμετώπιση διαφόρων σοβαρών ασθενειών.

 

Πηγή:
Raman, M., A. N. Milestone, et al. “Vitamin D and gastrointestinal diseases: inflammatory bowel disease and colorectal cancer.” Therap Adv Gastroenterol (2011)  4(1): 49-62.